ΚΙΝΗΜΑ ΠΟΛΙΤΩΝ A

ATTAC ΕΛΛΑΔΑ
Μαυροματαίων 2α
10682 Αθήνα
Τηλ:8219855 Fax:8228869 attac@attac-hellas.org

APXIKH ΣEΛIΔA TOY SITE (www.attac-hellas.org)

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΔΩ

TA NEA MAΣ...

NEA TOY ATTAC

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΩΝ
ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

ΔΕΛΤΙΑ ΤΥΠΟΥ
(Press releases)


KOKKOΣ AMMOY
TO ΔΕΛΤΙO TOY ATTAC

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΛΙΣΤΑ ΔIANOMHΣ TOY KOKKOY



ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΜΕΛΕΤΕΣ

NEA KEIMENA

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ

 

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ -ΑΡΘΡΑ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ

ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ATTAC

ΚΑΜΠΑΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΑΓΑΘΩΝ & ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΦΟΡΟΥΜ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΦΟΡΟΥΜ

ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ

ΚΑΜΠΑΝΙΕΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
ΠAΛAIΣTINIAKO

TA NEA ΣAΣ...

ΓΡΑΨΤΕ ΜΑΣ
attac@attac-hellas.org


ΔΙΑΒΑΣΤΕ / ΣΤΕΙΛΤΕ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ-ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ FORUM ATTAC-HELLAS

ΛΑΒΕΤΕ ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΔΕΛΤΙΑ ΜΑΣ
ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΗΝ ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ KOKKOY

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ
ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΔΩ

 

 ALLH EYROPI

 

ΜΙΑ ΆΛΛΗ ΕΥΡΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ…

 

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΤΤΑΚ

 

Τι συζητιέται

Του Μανώλη Μαθιουλάκη

 

Convention Européenne - ATTAC

Του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΑΤΤΑΚ Γαλλίας

 

Συζήτηση στην Φλωρεντία των Ευρωπαϊκών Αττάκ

Του Θάνου Κονταργύρη που συμμετείχε

 

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΑΤΤΑΚ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ή η παγκοσμιοποίηση στην γειτονιά μας: Ας ανοίξει η συζήτηση!

Του Μανώλη Μαθιουλάκη

 

Ποια προεδρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση;

του Wayne Hall

 

Πολίτες με ουσιαστικά δικαιώματα στην Ευρώπη; Μόνο όταν θα την κυβερνούν εκλεγμένοι πολιτικοί και όχι τεχνοκράτες

του Θάνου Κονταργύρη

 

Όχι στη συνταγματοποίηση  του νεοφιλελευθερισμού

Ναι σε ένα πραγματικά Δημοκρατικό Ευρωπαϊκό Σύνταγμα

του Γεράσιμου Γεωργάτου

 

 

 ΚΙΝΗΜΑ ΠΟΛΙΤΩΝ A

 



ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

 

ΘΕΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΑΤΤΑΚ ΕΛΛΑΔΑΣ

 

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ από τον W.Hall

Η ATTAC – Σύνδεσμος για τη φορολόγηση των [συναλλαγματικών] συναλλαγών με σκοπό την υποστήριξη των πολιτών), είναι μια οργάνωση που αντιμάχεται την φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Ιδρύθηκε το 1998 με πρωτοβουλία της εφημερίδας Monde Diplomatique. Έχει ένα μεγάλο αριθμό μελών στη Γαλλία και πολλές άλλες ευρωπαϊκές και μη-ευρωπαϊκές χώρες.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί κριτική και ως ένα βαθμό αντιπρόταση στην εισήγηση που υπέβαλε η ATTAC στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση, δηλαδή στη διάσκεψη  που θεσμοθέτησε η συνάντηση του Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Laeken το Δεκέμβρη του 2001, με στόχο «να προτείνει μια νέα δομή για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία να συνάδει με τις αλλαγές στην παγκόσμια κατάσταση, τις ανάγκες των πολιτών της Ευρώπης και τις μελλοντικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Δεν είναι αντικείμενο της παρούσας συζήτησης το περιεχόμενο των προτάσεων περί οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων που εισηγήθηκε η ATTAC: Μια οικονομική πολιτική που να ευνοεί περισσότερο την απασχόληση, εκπαίδευση για όλους, αντίθεση στην ιδιωτικοποίηση /εμπορευματοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών, στον κοινωνικό αποκλεισμό και στη φτώχεια, ανάπτυξη με σεβασμό στο περιβάλλον, αναγνώριση της πολυπολιτισμικότητας, προάσπιση του δικαιώματος για πληροφόρηση και εγγυήσεις για διαφάνεια των διαδικασιών λήψης αποφάσεων, πρόσβαση σε νομική αρωγή και διευκόλυνση της προσφυγής στη δικαιοσύνη κ.λπ. Όλα αυτά αποτελούν πολιτικές στις οποίες θα έπρεπε να αποδίδει προτεραιότητα μιά Ευρώπη που θα επιδίωκε να αποτελέσει μοντέλο ελευθερίας, αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης, και τις οποίες υπονομεύει η σημερινή Ευρώπη των νεοφιλελεύθερων ελίτ. Δεν υπάρχει διαφωνία σε αυτά. Ούτε θα ήταν χρήσιμο να διαμαρτυρηθούμε για τη σιωπή της ATTAC σε άλλα σημαντικά ζητήματα (όπως η κατάργηση των πυρηνικών εξοπλισμών) τα οποία εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν εντάσσονται στο πρόγραμμα μιας οργάνωσης που στρατεύεται στη φορολόγηση ορισμένων οικονομικών συναλλαγών.

Η κριτική μου θα εστιαστεί στην πρόταση για άμεση εκλογή του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με εκτελεστικές εξουσίες και το δικαίωμα να διορίζει άλλα μέλη της Επιτροπής, επιλέγοντας από μια λίστα υποψηφίων που θα του παρέχουν τα κράτη-μέλη. Ίσως να φαίνεται ότι πρόκειται για ένα δευτερεύον ζήτημα, όμως θα έπρεπε να έχει κεντρική σημασία για ένα κίνημα πολιτών το οποίο επιζητεί ένα σημείο εισόδου στην επίσημη πολιτική συζήτηση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης. Μερικές φορές η πολιτική του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης μοιάζει να περιορίζεται σε διαλέξεις και διαδηλώσεις. Θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να δώσουμε πιο σοβαρές και περιεκτικές απαντήσεις. Θα έπρεπε  επίσης να προσπαθήσουμε περισσότερο να δώσουμε προτεραιότητα στη βιωμένη εμπειρία έναντι της κυριαρχίας της εικόνας και της «εικονικής εμπειρίας» των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Ακόμα και ο μακαρίτης Guy Debord ίσως να εκπλησσόταν από το βαθμό που η Κοινωνία του Θεάματος που περιέγραψε τριάντα χρόνια πριν, στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα έχει πλέον κατακλύσει τα πάντα. Κάτι που δεν προέβλεψε ο Debord ήταν ότι «το θέαμα» θα άρχιζε να εισβάλλει ενεργά στη ζωή μας, έτσι που να μην μπορούμε να του ξεφύγουμε κλείνοντας την τηλεόραση ή μη έχοντας τηλεόραση. Ο κόσμος της Νέας Υόρκης το κατάλαβε αυτό στις 11/9 και εμείς επίσης στην Ελλάδα βιώσαμε την εγχώρια εκδοχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας»: το κυνήγι μαγισσών των media για πραγματικούς και υποθετικούς υποστηρικτές της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη, το οποίο επικεντρωνόταν σε οποιονδήποτε μιλούσε γαλλικά, είχε ζήσει στο Παρίσι κατά τα χρόνια της χούντας και ήταν ή είχε υπάρξει τροτσκιστής.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ και η άνευ προηγουμένου παγκόσμια πολιτική και θεσμική κρίση που τις ακολούθησε θα έπρεπε να είχε καταστήσει ευρέως σαφές το γεγονός  ότι μία άμεσα εκλεγόμενη εκτελεστική Προεδρία είναι σε μεγάλο βαθμό συμβατή με τη συνολική έλλειψη εξουσίας από τη μεριά των πολιτών.

Ο μη εκλεγμένος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Prodi υπόκειται χωρίς αμφιβολία σε μια πολύ ευρύτερη γκάμα θεσμικών και κοινωνικών ελέγχων σε σύγκριση με τον άμεσα εκλεγμένο Πρόεδρο Bush των ΗΠΑ. Η ATTAC θεωρεί ότι πρέπει να στρατεύεται για την ενίσχυση της συμμετοχικής δημοκρατίας, εντούτοις δεν μπορώ να φανταστώ καμιά άλλη πρόταση πιο απομακρυσμένη από την προοπτική της συμμετοχικής δημοκρατίας από αυτήν για την άμεση εκλογή  Προέδρου με εκτελεστικές αρμοδιότητες..

Δυστυχώς η πρόταση της
ATTAC έρχεται σε μια στιγμή που αναγνωρίζεται πλατειά ότι η παρέμβαση της «κοινωνίας των πολιτών» στο διάλογο σχετικά με τη συνταγματική τάξη της Ευρώπης είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ. Ζητούν τη συμμετοχή μας. Απαιτούν να καταθέσουμε τις ιδέες μας καθώς το «δημοκρατικό έλλειμμα» της ΕΕ γίνεται τροχοπέδη και η εσωτερική παράλυση της Ευρώπης εμποδίζει την οποιαδήποτε επαρκή πολιτική ανταπόκριση στην παρούσα έκλειψη της ορθολογικότητας στις ΗΠΑ. Το κίνημα των πολιτών κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αποδεικνύεται ανεπαρκές απέναντι στην αποστολή του. Η ινδή συγγραφέας Arundhati Roy τόνισε τη διαπίστωση αυτή σε μια πρόσφατη συνέντευξη τύπου στη Ρώμη, λέγοντας: «Ο αγώνας έφτασε σε αδιέξοδο. Πρέπει να ξαναφανταστούμε τη μη-βίαιη αντίσταση. Πρόκειται για κάτι περισσότερο από το να διαδηλώνουμε στους δρόμους ή να φοράμε μάσκες». Η ATTAC δημιούργησε την εικόνα μιάς από τις πιο αστικο-ρεφορμιστικές τάσεις του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Ενδεχομένως διατηρούμε για τον εαυτό μας την ιδέα ότι αποτελούμε κάτι σαν διανοητικό στρατηγείο του κινήματος. Όμως κινδυνεύουμε να χάσουμε και στα δύο μέτωπα: δεν είμαστε αρκετά αστικο-ρεφορμιστές ώστε να μας πλησιάσουν οι πραγματικοί αστικο-ρεφορμιστές και από την άλλη μεριά δείχνουμε να μην είμαστε αρκετά έξυπνοι ώστε να γίνουμε ηγέτες του λαϊκού κινήματος.

Σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβρη του 2002 αμέσως μετά το 2ο Δημοψήφισμα στην Ιρλανδία σχετικά με τη διεύρυνση της ΕΕ, η
Kirsty Hughes,  ερευνήτρια του Centre for European Policy Studies (Ευρωπαϊκό Κέντρο Σπουδών Πολιτικής) τόνισε ότι ο κρίσιμης σημασίας για την ΕΕ διάλογος ανάμεσα στους υποστηρικτές της «ολοκλήρωσης» και σε εκείνους του «διακυβερνητισμού» διεξάγεται πίσω από τις πλάτες του κοινού. Δεν λαμβάνει χώρα ούτε καν στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση, αλλά ως επί το πλείστον έξω από αυτή, με τη μορφή της διαμάχης ανάμεσα στις μεγαλύτερες και τις μικρότερες χώρες της ΕΕ. Όπως εξήγησε ένας ολλανδός σοσιαλιστής ευρωβουλευτής: «κοινοβουλευτικά κόμματα όπως η Σουηδική Αριστερά, το Λαϊκό Κόμμα της Δανίας και τα τρία γαλλικά κόμματα διαφόρων μαρξιστικών παραδόσεων που εκπροσωπούνται στο Ευρωκοινοβούλιο αναζητούν τρόπους να αποτρέψουν το να αποτελέσει η δήθεν Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση απλώς μια σύγχρονη μορφή προσάρτησης».

Στην πραγματικότητα οι μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ, όπως η Γαλλία και η Βρετανία προωθούν σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό πολιτικές που αναβαθμίζουν το ρόλο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου εις βάρος της Επιτροπής. Στα μέσα Οκτωβρίου η βρετανική κυβέρνηση υπέβαλε ένα σχέδιο Συντάγματος (συντάκτης του οποίου ήταν ο δικηγόρος
Alan Dashwood) σύμφωνα με το οποίο πρόεδρος της ΕΕ θα είναι ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Ενώ εξασφάλισε την υποστήριξη της Ισπανίας και της Ιταλίας, η πρόταση αυτή επικρίθηκε τόσο από τις μικρότερες χώρες όσο και από την Επιτροπή, η οποία ανησυχεί ότι μια τέτοια μεταρρύθμιση θα μπορούσε να οδηγήσει στο να στερηθεί τις όποιες εξουσίες πολιτικών πρωτοβουλιών κατέχει σήμερα. Για να επικρατήσει η άποψη αυτή κατευνάζοντας τις όποιες αντιδράσεις, η Γαλλία διοχέτευσε ιδέες, σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ότι ο Πρόεδρος (του Συμβουλίου) θα προέλθει αρχικά από μια μικρή χώρα. Οι μικρότερες χώρες και η Επιτροπή απάντησαν με την αντιπρόταση να εκλέγεται ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής – πιθανώς από ένα νέο αντιπροσωπευτικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν βουλευτές και ευρωβουλευτές.

Ο γερμανός υπουργός εξωτερικών
Joschka Fischer είναι έτοιμος να παρέμβει σ’ αυτή την αντιπαράθεση. Ενισχυμένος από την πρόσφατη επανεκλογή του Συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών / Πρασίνων θα αντιπροσωπεύει τη Γερμανία στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση και στην πραγματικότητα θα ηγηθεί της καμπάνιας για υπεράσπιση των  αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Θα πάρει επίσης το μέρος των οπαδών της «ολοκλήρωσης» στη διαμάχη μεταξύ αφενός εκείνων των αντιπροσώπων που θέλουν η  Επιτροπή να ελέγχει την εξωτερική πολιτική της ΕΕ και αφετέρου εκείνων που πιστεύουν ότι το πάνω χέρι πρέπει να έχει ο Υψηλός Εκπρόσωπος του Συμβουλίου, θέση την οποία κατέχει σήμερα ο Javier Solana.


Σε ό,τι αφορά τη μεθοδολογία εκλογής του Ευρωπαίου Προέδρου, ο φαινομενικά μεγαλύτερος «ριζοσπαστισμός» της ATTAC σε σύγκριση με εκείνον του Fischer είναι χωρίς περιεχόμενο. Η πρόταση της ATTAC για άμεση εκλογή απλώς θα έγερνε την ανταγωνιστική διάθεση των υποστηρικτών της «εθνικής κυριαρχίας» των χωρών-μελών της ΕΕ, χωρίς να καταφέρει ούτε  περισσότερη δημοκρατία ούτε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στο βαθμό που θα μπορούσε να παίξει οποιοδήποτε ρόλο στην παρούσα διαμάχη, θα ενίσχυε τους οπαδούς του διακυβερνητισμού και θα υπονόμευε την Επιτροπή.

΄Ισως να διερωτώνται κάποιοι γιατί μια βρετανική κυβέρνηση τόσο φιλο-ευρωπαϊκή όσο εκείνη του κ. Tony Blair αισθάνεται υποχρεωμένη  να προωθήσει μια Ευρώπη των εθνικών κρατών αντί να ενθαρρύνει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στο πιο προφανές επίπεδο, η απάντηση είναι πως σε κάθε περίπτωση η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια ίδεα κεντροευρωπαϊκής προέλευσης η οποία αντιστρατεύεται τη συνολική πορεία της βρετανικής ιστορίας από την εποχή της Μεταρρύθμισης. Η ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ φαινομενικά έλαβε χώρα με βάση υπολογισμούς οικονομικού χαρακτήρα και την υπόθεση ότι η χώρα θα συμμετέχει σε ένα όμιλο ελεύθερου εμπορίου και όχι σε ένα επίδοξο ομοσπονδιακό υπερκράτος. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι κάθε βρετανική κίνηση προς την κατεύθυνση που υπαγορεύουν οι διαδοχικές διακρατικές συμφωνίες που αποτελούν το de facto «σύνταγμα» της ΕΕ καμουφλάρεται και ουσιαστικά  αποκηρύσσεται. Οι ιδέες περί  «συγκυριαρχίας», που μπορούν εύκολα να γίνουν αποδεκτές από τους Γερμανούς λόγω του τρόπου με τον οποίο συντελέστηκε η δική τους εθνική ενοποίηση, είναι απαράδεκτες και ακόμα θεωρούνται αδιανόητες από τους Βρετανούς.

Το βρετανικό σύνταγμα υποτίθεται ότι βασίζεται στην «κοινοβουλευτική κυριαρχία» που ενσαρκώνεται στην αντίληψη ότι «το κοινοβούλιο έχει το δικαίωμα να καταρτίσει και να καταργήσει κάθε νόμο, όποιος νόμος και αν είναι αυτός, και επιπλέον κανένα πρόσωπο ή σώμα δεν αναγνωρίζεται από τον αγγλικό νόμο ως κατέχον το δικαίωμα να αγνοεί ή να παραμερίζει τη νομοθεσία του κοινοβουλίου». Εάν το ίδιο το κοινοβούλιο παραιτηθεί από αυτήν την κυριαρχία, όπως στην πραγματικότητα συνέβη με τη νομοθετική πράξη εισόδου της Βρετανίας στην ΕΟΚ, δηλαδή τον Νόμο περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1972, οι υπερασπιστές αυτού που μέχρι τότε εθεωρείτο συνταγματική νομιμότητα στη Βρετανία είναι υποχρεωμένοι να στραφούν αλλού για βοήθεια.

Την Παρασκευή 23 Μαρτίου 2001 επιδόθηκε μια Έκκληση στο παλάτι του Buckingham που έφερε τις υπογραφές 28 μελών της Βουλής των Λόρδων, υποστηριζόταν από 60 άλλα μέλη του ίδιου σώματος και προσυπογραφόταν από «7.000 άλλα πρόσωπα πιστά στην έννομη τάξη, πολλά από τα οποία υπέγραψαν εξ ονόματος οργανισμών που αριθμούν δεκάδες χιλιάδων μέλη», με την οποία παροτρυνόταν η βασίλισσα Ελισάβετ να αρνηθεί να επικυρώσει τη Συνθήκη της Νίκαιας με το επιχείρημα ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση απειλεί να δημιουργήσει μια στρατιωτική δύναμη η οποία θα θέσει κάτω από την άμεση διοίκησή της βρετανικό στρατιωτικό προσωπικό, να περιορίσει την ελεύθερη έκφραση των πολιτικών απόψεων και να επιτρέψει την εισαγωγή ενός αλλότριου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης το οποίο θα περιορίσει τα παλαιά βρετανικά δικαιώματα του habeas corpus και της δίκης από ενόρκους, και να επιτρέψει την παρουσία σε βρετανικό έδαφος στρατιωτικών από άλλες χώρες  με εξουσίες επιβολής των αποφάσεων και διαταγών τους».

Τα μέλη της Βουλής των Λόρδων έκαναν χρήση των δικαιωμάτων τους όπως αυτά ορίζονταν από την
Magna Carta, την  οποία υπέγραψε ο βασιλιάς Ιωάννης ο Ακτήμων στο Runnymede το 1215. Σύμφωνα με το άρθρο 61, τέσσερα μέλη της Βουλής των Λόρδων, εκπροσωπόντας 25 άλλους, μπορούν να εγκαλέσουν τον Μονάρχη για «επανόρθωση πράξεων που προκαλούν στενοχώρια». Πρόκειται για εξουσίες που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για περισσότερα από 300 χρόνια. «Κάναμε έκκληση στην Αυτής Μεγαλειότητα» συνέχιζε το κείμενο, «να αποσύρει τη βασιλική συναίνεση από τον νόμο που επιδιώκει να επικυρώσει τη Συνθήκη της Νίκαιας διότι αυτή βρίσκεται σε άμεση σύγκρουση με το Σύνταγμα του Ηνωμένου Βασιλείου. Βρίσκεται σε σύγκρουση με την  Magna Carta, με τη Διακήρυξη του Καταστατικού Χάρτη και, πάνω απ’ όλα, με τον Όρκο Στέψης της Αυτής Μεγαλειότητος και τους Όρκους ανάληψης των καθηκόντων τους εκ μέρους των υπουργών της Αυτής Μεγαλειότητος  … Σε τελευταία ανάλυση, η ανώτατη προστασία που έχουμε  είναι η υποχρέωση που απορρέει από την Ορκωμοσία της Αυτής Μεγαλειότητος. Η βασίλισσα υποσχέθηκε επισήμως να κυβερνά τους λαούς του ηνωμένου Βασιλείου “σύμφωνα με τα ψηφίσματα στα οποία έχει συμφωνήσει το Κοινοβούλιο και σύμφωνα με τους νόμους και τις πρακτικές που απορρέουν από αυτά”. Με πρόσφατες δηλώσεις τους υπουργοί της κυβέρνησης (των Εργατικών), και ο προηγούμενος πρωθυπουργός (J. Major), επιβεβαιώνουν ότι δεν θα προτείνουν οποιοδήποτε μέτρο θα μπορούσε να οδηγήσει στην αθέτηση του Όρκου Στέψης ή στην αθέτηση της υπόσχεσης της Αυτής Μεγαλειότητος προς τους βασιλικούς της υπηκόους. Η Αυτής Μεγαλειότης  αποδέχεται  τις προτάσεις των υπουργών και επομένως είναι δική τους υποχρέωση να διαμορφώνουν προτάσεις που να είναι σε συμφωνία με τον Όρκο Στέψης. Καταπατούν την έννομη τάξη όταν καταθέτουν προτάσεις που συνιστούν αθέτηση του Όρκου. Δεν μπορούν να προτείνουν την αθέτηση του Όρκου και να παραμένουν εντός της έννομης τάξης. Ούτε μπορούν να αποκτούν εξουσία ή να παραμένουν σ’ αυτήν χωρίς να ορκίζονται πίστη στο θρόνο. Εντούτοις η Συνθήκη της Νίκαιας αποτελεί ακριβώς μια τέτοια αθέτηση του Όρκου και έχει ήδη υπογραφεί από τον Υπουργό Εξωτερικών, ο οποίος έκανε χρήση του βασιλικού προνομίου επικύρωσης των νόμων».

Η έκκληση των Λόρδων δεν καλύφθηκε σχεδόν καθόλου από τις εφημερίδες και την τηλεόραση στη Βρετανία ή αλλού. Προσπεράστηκε με σχεδόν απόλυτη σιωπή, χωρίς ποτέ να δοθεί σ’ αυτήν κάποια επί της ουσίας απάντηση ούτε από την βασίλισσα Ελισάβετ ούτε από κάποιον εκπρόσωπο του θρόνου, παρά το γεγονός ότι τα επιχειρήματα που έθετε συνιστούν τις πραγματικότητες του υφιστάμενου συνταγματικού νόμου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Τα μαζικά μέσα αποδείχθηκαν εξαιρετικά επαρκή στο να θάψουν αυτές τις φορμαλιστικές λεπτομέρειες, χωρίς καν να χρειαστεί να επιστρατεύσουν εφεδρείες από την οργανωμένη Αριστερά, που σε άλλες πρόσφατες περιπτώσεις, όπως π.χ. με τους
Haider και Le Pen στην Ευρώπη, την Pauline Hanson στην Αυστραλία, τον Milosevic στη Γιουγκοσλαβία, είχε κριθεί απαραίτητο να κληθούν σε υπηρεσία για να αντιμετωπίσουν πολύ πιο ισχυρούς λαϊκιστές αντιπάλους από αυτούς τους Λόρδους που εγκαλούσαν την βασίλισσα.

Όμως η κατάσταση έγινε ακόμα πιο σοβαρή από το Μάρτιο του 2001. Ο μεγάλος υπερατλαντικός σύμμαχος των ελευθεροφρόνων Εγγλέζων φαίνεται να έχει εισέλθει σε μια ακραία θεσμική και πολιτική κρίση. Ακόμα και οι πιο αφοσιωμένοι υπερασπιστές του
status quo στη Βρετανία δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» που απορρέει από την Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας της Αμερικής. Οι επιφυλάξεις εκείνης της ευρωσκεπτικιστικής κατηγορίας Τόρηδων, που ενάμισι χρόνο πριν θα υποστήριζαν την καμπάνια των Λόρδων εναντίον της Συνθήκης της Νίκαιας είναι εξίσου ισχυρές με αυτές των απομεινάντων αντιπολεμικών στοιχείων του εργατικού κινήματος. Η Εργατική κυβέρνηση, για να εξασφαλίσει την αποδοχή της αντιλαϊκής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί, αναγκάζεται να κάνει παραχωρήσεις. Δεν μπορεί να έρθει σε ρήξη με την Ουάσιγκτον στο ζήτημα του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας κι έτσι ανταλλάσσει την υποστήριξη των Τόρηδων για τον πόλεμο υιοθετώντας μια πιο σκληρή γραμμή απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Γιατί εμείς του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν έχουμε μια στρατηγική παρέμβασης στις πολιτικές εξισορροπήσεις αυτού του είδους; Γιατί παριστάνουμε τόσο βολικά το σκιάχτρο βοηθώντας τον
Blair να παίζει τον λιγότερο κακό κι΄έτσι να αφοπλίζει τους ευρωσκεπτικιστές; Γιατί δεν αμφισβητούμε δυναμικά και άμεσα το δικαίωμα των κοινοβουλευτικών να αποφασίζουν ποιος θα είναι ο Ευρωπαίος Πρόεδρος;  Γιατί δεν παρεμβαίνουμε στη συζήτηση με προτάσεις που να ανατρέπουν τη συνηθισμένη τσαπατσούλικη ταύτιση της εθνικής κυριαρχίας με τα εθνικά κοινοβούλια κι ετσι να μετατοπίζουμε τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης προς τη μεριά των οπαδών της ολοκλήρωσης και της Επιτροπής και μακριά από τους διακυβερνητικούς και το Συμβούλιο; Ας προσφέρουμε στον Joschka Fischer κάποια εποικοδομητική βοήθεια, αντί απλώς να βάλλουμε εναντίον του από το περιθώριο, κατηγορώντας τον για οπορτουνιστή, ενώ εμείς είμαστε χειρότεροι οπορτουνιστές (όντας άσχετοι).

Να προτείνουμε τη δημιουργία ενός Ύπατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που να απαρτίζεται εν μέρει από τους υφιστάμενους αρχηγούς κρατών, Προέδρους Δημοκρατίας, μονάρχες ή ό,τι άλλο. Το Συμβούλιο αυτό θα μπορούσε επίσης να έχει 50% αντιπροσώπευση από την κοινωνία των πολιτών, συγκεκριμένα ενός αντιπροσώπου από τα εθνικά Κοινωνικά Φόρουμ κάθε μιας χώρας-μέλους της ΕΕ. Το Ύπατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, φτιαγμένο κατά το ήμισυ από την κοινωνία των πολιτών και κατά το άλλο ήμισυ από τους υφιστάμενους αρχηγούς κρατών, θα μπορούσε με κλήρωση, εκλογή ή οποιοδήποτε άλλο μέσο επιλέξει, να αποφασίσει ποιός θα είναι ο Ευρωπαίος Πρόεδρος για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Και αυτός ο Ευρωπαίος Πρόεδρος θα αποτελούσε συνταγματικό εγγυητή, όπως ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας ή όπως η βασίλισσα Ελισάβετ και όχι όπως ο Πρόεδρος
George Bush που κατέχει εκτελεστικές εξουσίες, όπως πρότεινε η ATTAC. Θα ορκίζει την κυβέρνηση υπό τον Πρωθυπουργό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένα σώμα που θα σχηματίζεται είτε από βουλευτές που θα απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είτε από μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ, ανάλογα με το ποιό σώμα θα εξασφαλίζει την εντολή ορισμένου χρόνου από ένα πανευρωπαϊκό δημοψήφισμα στο οποίο θα ισχύει το καθολικό δικαίωμα ψήφου.

Αυτό που εμπεριέχεται στη συγκεκριμένη πρόταση είναι η απαίτηση να πάρουμε στα σοβαρά τα Κοινωνικά Φόρουμ που αυτή τη στιγμή δημιουργούμε, και όχι απλώς να τα δούμε ως μέρος μιας συμμετοχικής-δημοκρατικής «εφεδρικής» διαδικασίας στην υπηρεσία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. (Η διατύπωση αυτή αποτελεί απόσπασμα από τη συμβολή της
ATTAC στην Ευρωπαϊκή Συνέλευση). Η ιδέα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι σε κάθε περίπτωση μια αμερικανική εφεύρεση, όπως τονίζει η Ellen Meiksins Wood στο Democracy Against Capitalism, μια ιδέα χωρίς ιστορικό προηγούμενο στον αρχαίο κόσμο: «Οι Άγγλοι Ουίγοι», μας υπενθυμίζει, «θα μπορούσαν να παραμένουν πάντα ικανοποιημένοι με την επέκταση του Κοινοβουλίου χωρίς να τη θεωρούν νίκη της δημοκρατίας. Οι Αμερικανοί δεν είχαν αυτή την πολυτέλεια.»

Εάν η ΕΕ αποκτήσει Σύνταγμα, αυτό πρέπει να θεσμοθετήσει όχι ένα σύμβολο συμμετοχικής-δημοκρατικής διαδικασίας στο εσωτερικό μιας αντιπροσωπευτικής-δημοκρατικής πολιτικής τάξης πραγμάτων, αλλά τον σε μόνιμη βάση ανταγωνισμό ανάμεσα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την άμεση δημοκρατία. Αυτή η διαδικασία θα είχε γεννηθεί στη Γερμανία ή την Αγγλία κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αλλά εκτροχιάστηκε από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κατόπιν, μετά τον θρίαμβο της μπολσεβίκικης επανάστασης στη Ρωσία, αντικαταστάθηκε από τον γεωπολιτικά παραμορφωμένο στρατιωτικό ανταγωνισμό ανάμεσα στο κομμουνιστικό και το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Η διαδικασία αυτή, με την τρομερή τελευταία φάση της, εκφυλίστηκε περαιτέρω σε ένα γιγαντιαίο πολεμικό παιχνίδι με ένα και μόνο παίχτη, με κινητήρια δύναμη το κέρδος, ενάντια σε έχθρούς-μαριονέτες παντού στον κόσμο. Πόσο θα διαρκέσει ακόμα;

Τα κοινωνικά Φόρουμ

Οι ήδη υπάρχουσες πρακτικές των φόρουμ υπαγορεύουν το να μη διαφοροποιούμαστε στη βάση των κομματικών γραμμών αλλά να παλεύουμε για συναίνεση, και να μην παίρνουμε αποφάσεις μέχρι να εξασφαλίσουμε ή να προσεγγίσουμε τη συναίνεση. Μας το εξήγησε ο
Bernard Cassen στην ιδρυτική συνάντηση της Ελληνικής ATTAC τον Νοέμβριο 2001 στην Αθήνα, τονίζοντας ότι η αναζήτηση της συναίνεσης και η αποφυγή ψηφοφοριών αποτελεί μια βασική οργανωτική αρχή της ATTAC από την ίδρυσή της. Ο ανταγωνισμός εντός της ευρωπαϊκής πολιτικής τάξης πραγμάτων με τις περισσότερο συνοπτικές μεθόδους των νομοθετικών σωμάτων που βασίζονται στα κόμματα, τα οποία εφαρμόζουν την αρχή της πλειοψηφίας, θα μπορούσε να επιταχύνει τις διαδικασίας διαμόρφωσης συνελεύσεων που προσανατολίζονται στη συναίνεση, οι οποίες θα ξέρουν ότι οι πολίτες θα διαθέτουν το δικαίωμα να αφαιρούν την εντολή από τα πολιτικά σώματα  που περιπίπτουν σε πολιτική απραξία. Από την άλλη μεριά, η απειλή καθαίρεσης από ένα δημοψήφισμα θα δρούσε ως ένα ισχυρό ανασχετικό μέσο στη δημαγωγία, τα παιχνίδια των αριθμών και την πολιτική της υποκρισίας που έχουμε συνηθίσει να σχετίζουμε με τον πολυκομματικό κοινοβουλευτισμό. Το συνήθως αναφερόμενο μειονέκτημα των διαδικασιών που βασίζονται στη συναίνεση, ότι δηλαδή ενθαρρύνουν τις συναλλαγές και τη διαφθορά, θα μπορούσε επίσης να ελαχιστοποιηθεί από την μόνιμη παρουσία  «ομάδων κρούσης» από κοινοβουλευτικούς παράγοντες, που θα επιτηρούσαν για την αποτροπή τέτοιου είδους πρακτικών από τη μεριά μας.

Τα σημαντικότερο αρχικό πρόβλημα που θα έχουν να αντιμετωπίσουν τα κοινωνικά φόρουμ θα είναι το να αναγνωριστούν ως συνελεύσεις και όχι ως κόμματα. Τα κινήματα των πολιτών από τα οποία θα έλκουν την καταγωγή τους δεν θα συμπεριλάβουν σε καμιά περίπτωση τον καθένα, και παρ’ ότι  θα είναι ανεπίτρεπτο από τη μεριά μας να αποκλείσουμε κανένα με βάση την ιδεολογία του, θα υπάρχουν πάντα αντίπαλοι της άμεσης δημοκρατίας που θα ισχυρίζονται ότι αποκλείστηκαν από τα κοινωνικά φόρουμ λόγω των απόψεών τους και όχι διότι η συμπεριφορά τους ήταν παρελκυστική, καταστρεπτική ή ανειλικρινής. Αυτό θα συνεπάγεται υψηλές απαιτήσεις για τους αρχηγούς κρατών και για τα συνταγματικά δικαστήρια, τους επιδιαιτητές των πολιτικών θεσμών που επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε. Θα απαιτηθεί να κρίνουν ποιοί διεκδικητές του καθεστώτος της αμεσοδημοκρατικής συνέλευσης (κοινωνικά φόρουμ) θα πρεπει να θεωρηθούν πολιτικά κόμματα και έτσι να υποχρεωθούν να διεκδικήσουν την εντολή τους ως τέτοια.

Αν λάβουμε υπ’όψη ότι το παρόν μονοπώλιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ενώ εξασφαλίζει στους πολίτες το δικαίωμα της υποψηφιότητας σε πολιτικά αξιώματα –ως δυνητικούς πολιτικούς παραγωγούς— και το δικαίωμα να ψηφίζουν για όποιο αντιπρόσωπο επιλέξουν, παράλληλα περιορίζει τα δικαιώματά τους ως πολιτικών «καταναλωτών», εγκλωβίζοντάς τους/μας σε μία μόνο επιλογή: τη διακυβέρνηση από καθολικά εκλεγόμενους πολιτικούς που καθοδηγούνται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τότε είναι προφανές ότι στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αποστερούμαστε από σημαντικά δικαιώματα. Σίγουρα το δικαίωμα να κυβερνιόμαστε από ένα πολιτικό σύστημα που απαρτίζεται από ενεργούς πολίτες και μόνο ενεργούς πολίτες, υπόλογους στο λαό όχι ως άτομα ούτε ως μέλη κομμάτων αλλά ως μέλη συνελεύσεων και των δικτύων υποστήριξής τους (και σίγουρα ΜΗ υπόλογους σε εξω-θεσμικούς ενδιάμεσους, όπως είναι οι ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών), είναι ένα δικαίωμα που θα έπρεπε να διεκδικήσουμε.

Το μοντέλο της επαγγελματικής, μη πολιτικής δημόσιας θητείας που αναπτύχθηκε με κάποια επιτυχία σε ορισμένες χώρες υποδεικνύει ότι, με δεδομένη την πολιτική βούληση, θα μπορούσαν τα κοινωνικά φόρουμ να αποκτήσουν  υψηλά επίπεδα αποδοχής και υποστήριξης και να αποτελέσουν πηγή κοινωνικού κύρους.

Η πλήρης επεξεργασία δικτύων ενεργών πολιτών σε ολόκληρη την ΕΕ θα καθιστούσε δυνατό να μπει σε πράξη ένα είδος αντίστροφης επικουρικότητας, σύμφωνα με το οποίο η νίκη σε ένα δημοψήφισμα με επίδικο θέμα την εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας στο επίπεδο της κυβέρνησης να συνεπάγεται αυτομάτως τη μεταφορά της εντολής από τους αντιπροσωπευτικούς στους αμεσοδημοκρατικούς θεσμούς για όλα τα κατώτερα επίπεδα διακυβέρνησης, μεταφορά υποκείμενη σε μια ρήτρα μη συμμετοχής η οποία  θα επιτρέπει στους πολίτες (με τη συγκέντρωση ενός αριθμού υπογραφών) να διενεργούν ένα τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό δημοψήφισμα για την αντίκρουση αυτής της μεταφοράς. Αυτή η ρύθμιση θα μπορεί να οδηγήσει σε δύο διαφορετικές κατευθύνσεις καθώς η ίδια μεταφορά θα λαβαίνει χώρα όταν οι οπαδοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας λαμβάνουν την εντολή. Έτσι εάν π.χ. η εξουσία έχει περάσει σε έναν Πρωθυπουργό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που βάση του είναι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και όχι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θα εξακολουθεί να είναι δυνατό αν, ας πούμε, αρκετοί Έλληνες είναι δυσαρεστημένοι με την προοπτική να κυβερνώνται από το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, να απαιτήσουν αυτοί τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, μέσω του οποίου, αν αυτό εγκρίνει η πλειοψηφία, η εντολή διακυβέρνησης να επιστρέψει στους γνώριμους πολιτικούς των κομμάτων του ελληνικού κοινοβουλίου. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ έχανε την εντολή του για την Ευρώπη ως σύνολο προς όφελος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τότε το προτεινόμενο Ύπατο Συμβούλιο θα απαρτιζόταν από αρχηγούς κρατών και αντιπροσώπους οριζόμενους από τα ευρωπαϊκά εθνικά κοινοβούλια (εκτός από τις χώρες-μέλη όπου ένα εθνικό δημοψήφισμα θα είχε επαναφέρει την εντολή διακυβέρνησης στο κοινωνικό φόρουμ της χώρας αυτής).

Αυτή η εξέλιξη προς την κατεύθυνση της θεσμικής ολοκλήρωσης των κοινωνικών φόρουμ που δημιουργούνται τώρα παντού στην Ευρώπη (και τον υπόλοιπο κόσμο) θα μπορούσε να αρχίσει από σήμερα στην Ευρώπη. Το πρώτο βήμα θα ήταν να απαιτήσουν τα κοινωνικά φόρουμ την ίδρυση του Ύπατου Συμβουλίου, αποτελούμενου από τους υφιστάμενους αρχηγούς κρατών και έναν ίσο αριθμό αντιπροσώπων από τα κοινωνικά φόρουμ των χωρών-μελών της ΕΕ. Μετά την ίδρυση του Ύπατου Συμβουλίου και την εκλογή του Προέδρου της ΕΕ τα κοινοβούλια των χωρών της ΕΕ θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εντολή των αντιπροσώπων των κοινωνικών φόρουμ και να προτείνουν εναλλακτικούς δικούς τους αντιπροσώπους για το Ύπατο Συμβούλιο. Αυτό θα έθετε αυτομάτως σε κίνηση τον ανταγωνισμό που επιδιώκουμε να εισαγάγουμε στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, ανάμεσα στα κοινοβούλια και τα κοινωνικά φόρουμ.

Οι ιδέες που προβάλλονται εδώ ίσως να φανούν τόσο ασυνήθιστες ώστε να είναι εκκεντρικές, αλλά έχουν προαναγγελθεί κατά ένα μεγάλο μέρος από αναγνωρισμένους πρωταγωνιστές στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνταγματικής συζήτησης. Η
Heidrun Abromeit στο Democracy in Europe Legitimising Politics in a Non-State Polity (Η δημοκρατία στην Ευρώπη - πολιτικές νομιμοποίησης σε μια μη-κρατική πολιτειακή μορφή) αναγνωρίζει ότι "η απάντηση στο αίνιγμα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν είναι το βασικά στατικό μοντέλο συνταγματισμός-συν-κοινοβουλευτικοποίηση, αλλά μια πιο εύκαμπτη λύση, δηλαδή η συμπλήρωση της ευρωπαϊκής διαδικασίας λήψης αποφάσεων με διάφορα αμεσοδημοκρατικά όργανα". 

Η ανάλυση της
Abromeit είναι κεντροθετημένη στους δύο πόλους που έχουμε περιγράψει ήδη: διαδικασίες βασισμένες στη συναίνεση και εκλογικές διαδικασίες που αποτυπώνουν πλειοψηφίες. Οι συναινετικές διαδικασίες είναι κατάλληλες για το αρχικό συνταγματικό στάδιο στην οικοδόμηση πολιτικών θεσμών. Οι ψηφοφορίες για την ανάδειξη πλειοψηφιών είναι κατάλληλες για την λήψη αποφάσεων που θα ακολουθήσει μέσα στους συμφωνηθέντες πολιτικούς θεσμούς, εκτός από την περίπτωση που οι αποφάσεις έχουν σχέση με την ταυτότητα συγκεκριμένων τομέων των πολιτικών θεσμών, όπου ο κανόνας της συναίνεσης πρέπει και πάλι να ισχύσει (ή να συνεχίσει να ισχύει). 

Σύμφωνα με την οπτική της
Abromeit, η πλήρης κοινοβουλευτικοποίηση της ΕΕ δεν είναι "καν επιθυμητή". Γι’ αυτήν το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι η κοινοβουλευτική πολιτική εξουσιάζεται από εξωθεσμικούς παράγοντες. Είναι ότι "η πλειοψηφική λογική του κοινοβουλευτισμού βρίσκεται σε αντίφαση με την εθνική ετερογένεια της ΕΕ, γεγονός που δεν παρέχει στις μειονότητες προστασία απέναντι στην προοπτική του να μειοψηφούν τόσο συχνά, ώστε τελικά να αποκτήσουν το χαρακτήρα της δομικής μειονότητας". Ενώ σε άλλες ετερογενείς κοινωνίες έχουν αναπτυχθεί συγκεκριμένες μορφές δημοκρατίας που εφαρμόζουν την αρχή της μη δυνατότητας καταψήφισης των πάγιων θέσεων οποιουδήποτε από τα τμήματα της κοινωνίας, δίνοντας στις ελίτ τους ένα μερίδιο της κεντρικής εξουσίας, στην Ευρώπη προωθείται η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αλλά οι διαφορές μεταξύ των διάφορων τμημάτων της πολιτικής τάξης πραγμάτων είναι δραματικές και εφόσον η αρχική πολιτική ένταξη των ανθρώπων ρυθμίζεται σε αναφορά με αυτά τα τμήματα, οι πλειοψηφικές αποφάσεις του κοινοβουλίου μπορούν μόνο να παραγάγουν δυσαρέσκεια και να προκαλέσουν έτσι φαινώμενα αποσύνθεσης. 

Τα αμεσοδημοκρατικά όργανα που η
Abromeit προτείνει να ενσωματωθούν στους πολιτικούς θεσμούς της ΕΕ δεν μπορούν να ταυτιστούν ακριβώς με τον προτεινόμενο από εμένα ανταγωνισμό μεταξύ των κοινωνικών φόρουμ και των κοινοβουλίων. Αυτό που εκείνη προτείνει είναι δικαιώματα βέτο υπό μορφή καθολικών δημοψηφισμάτων στο επίπεδο της περιφερειακής ενότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επίσης και πρόβλεψη για εκείνες τις δημόσιες αιτήσεις που απαιτούν να τεθούν συγκεκριμένες πράξεις ή πολιτικές στην ημερήσια διάταξη. Ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας αυτών των προτάσεων μπορεί ίσως να εξηγηθεί εν μέρει από το γεγονός ότι το βιβλίο της δημοσιεύθηκε το 1998, πριν από το πλήρες άνθισμα του κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και βεβαίως πριν από την εμφάνιση των σημερινών κοινωνικών φόρουμ. Δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό εκείνη την περίοδο να προταθούν στόχοι και συστατικές έννοιες για πολιτικά σώματα που δεν υφίσταντο ακόμα. Η συγγραφέας καθιστά επίσης σαφές ότι οι προτάσεις της είναι "μάλλον δοκιμαστικής και προκαταρκτικής φύσης: υποβάλλονται για την περαιτέρω συζήτηση". Τα καθολικά δημοψηφίσματα που προτείνει δεν αμφισβητούν σε τέτοιο βαθμό τις κοινοβουλευτικές-δημοκρατικές αρχές όπως η δική μου ιδέα μιας εντολής που δίνεται στα σώματα των αυτό-οργανωμένων πολιτών με δικαίωμα αποκλεισμού, χωρίς τα σώματα αυτά να λέγονται κόμματα. Αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι η Abromeit επιδιώκει επίσης έναν καθοριζόμενο από το σύνταγμα ρόλο στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος της ΕΕ για τα πολιτικά δίκτυα, ένα ρόλο σε συμφωνία με το γεγονός ότι έχουν ήδη κατά ένα μεγάλο μέρος αντικαταστήσει τα Κοινοβούλια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ευρώπη. Με τη χάραξη ευρωπαϊκης πολιτικής ακόμα στο στάδιο της "ωρίμανσης", με την ανυπαρξία οποιουδήποτε ευρωπαϊκού κοινού ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου εκλογικού σώματος που να ελέγχει τις πολιτικές εξελίξεις, η εισβολή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από τα δίκτυα έχει οδηγήσει στην απολιτικοποίηση και στην παραμέληση των συμφερόντων εκείνων που επηρεάζονται από τις αποφάσεις. Οι εμπειρογνώμονες και οι μεσάζοντες, που κάποτε είχαν εθνικά ερείσματα, έχουν τώρα αποξενωθεί από τις όποιες ομάδες εγχώριας αναφοράς. Έχει προκύψει μια κατάσταση όπου μετά βίας αντιπροσωπεύουν οποιονδήποτε πέρα από τους ίδιους. Είναι χρόνος, λέει η Abromeit, για να επαναπολιτικοποιήσουμε τα δίκτυα με το «να επαναφέρουμε μέσα σ’ αυτά τον λαό» και να διαμορφώσουμε στρατηγικές για να καταστήσουμε υπόλογα τα δίκτυα και όσους δρουν μέσα σε αυτά. 

Η μη-ελέγξιμος χαρακτήρας των δικτύων άσκησης πολιτικής αποδίδεται από την
Abromeit κατά ένα μεγάλο μέρος στην έλλειψη οργάνωσης εκ μέρους "όσων επηρεάζονται από αυτά", οι οποίοι είναι κατά κανόνα ένα μάλλον άμορφο σώμα όταν συγκρίνεται με ένα πολιτικό δίκτυο που ενώνεται από ένα συγκεκριμένο (συχνά στενό) κοινό συμφέρον. Αναγνωρίζεται, εντούτοις ότι ακόμη και όπου «όσοι επηρεάζονται» έχουν οργανωθεί σε μη-κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η GREENPEACE, οι Φίλοι της Γης κ.ο.κ., «δεν γίνονται δεκτοί στα δίκτυα άσκησης πολιτικής αλλά αντ’ αυτού δρουν ως ένα είδος αυτο-οριζόμενης αντιπολίτευσης, που επιτίθεται και ασκεί κριτική από τα έξω». Τα δίκτυα άσκησης πολιτικής έχουν έτσι μειονεκτήματα από την άποψη της αντιπροσωπευτικότητας, της διαφάνειας και της δυνατότητας να ενσωματώνουν τους πολίτες στη δράση τους, αλλά σε αντιστάθμισμα αυτών αποτελούν διεθνείς και ιδιαίτερα "εξευρωπαϊσμένους" φορείς δράσης. Για την Abromeit ο στόχος είναι να βρεθούν οι θεραπείες για τα μειονεκτήματα διατηρώντας το πλεονέκτημα: να γίνουν τα δίκτυα υπόλογα χωρίς την παλινδρόμηση στο επίπεδο εθνικών κρατών. «Το παιχνίδι διαπραγμάτευσης μεταξύ των φορέων δράσης που προωθούν τα δίκτυα», λέει, «πρέπει να συμπληρωθεί από ένα “δεύτερο παιχνίδι” το οποίο α) τα καθιστά ορατά κατ’ αρχήν, β) τα συνδέει σταθερά με τους ορατούς τομείς της κοινωνίας (και τις ομάδες αναφοράς που δηλώνουν ότι επιθυμούν να αντιπροσωπεύσουν), γ) δίνει την ευκαιρία σε εκείνους που είχαν παρακαμφθεί μέχρι εκείνο το σημείο να προβάλουν τις απόψεις τους, και (δ) επιτρέπει σε ολόκληρη την τομεακή αλληλεξάρτηση να βρει κάποιο είδος δικής της νομιμοποίησης, ανεξάρτητης από τους μηχανισμούς που νομιμοποιούν την πολιτική  ομάδων στα κράτη έθνη (που είναι κυρίως ο εθνικός σύνδεσμος της εκλογικής διαδικασίας)». 

Έτσι βλέπουμε ότι η εργασία της
Abromeit έχει θέσει το πλαίσιο για την εισαγωγή στην ευρωπαϊκή πολιτική των "ενεργών πολιτών" ως θεσμοποιημένο παράγοντα στην πολιτική σκηνή, ένα παράγοντα που αντλεί τη νομιμότητά του όχι από την υπερψήφιση μεμονωμένων πολιτικών ή κομμάτων αλλά από μια νέου είδους συλλογική εξουσιοδότηση. Όπως δείξαμε, η Abromeit αντιτάσσεται στην περαιτέρω κοινοβουλευτικοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής λόγω της συγκεντρωτικής της δυναμικής και λόγω του ότι  "ενδεχομένως θα επιδεινώσει τα προβλήματα ασυμβατότητας της ΕΕ καθώς επίσης και τις εσωτερικές συγκρούσεις». Έχουμε εξετάσει μια τέτοια σύγκρουση: αυτή μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας (που υποστηρίζει το Συμβούλιο) και της Γερμανίας (που υποστηρίζει την Επιτροπή), οι ρίζες της οποίας βρίσκονται σε μια κομματική πολιτική συμψηφισμού, προκειμένου οι Άγγλοι Συντηρητικοί να υποστηρίζουν την εξωτερική πολιτική των Εργατικών  ως αντάλλαγμα για την αποδοχή της συντηρητικής πολιτικής του «διακυβερνητισμού» μέσα  στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση.


Άλλα παρόμοια παραδείγματα θα μπορούσαν επίσης να αναφερθούν. Η
Abromeit τονίζει ακόμη με πολύ σκληρό τρόπο ότι ένα από τα κύρια κίνητρα για τις κυβερνήσεις που προωθούν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ενδεχομένως να είναι η εκτίμησή τους ότι μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες στην «κρατική αυτονομία» που προκύπτουν από τη διακυβερνητική συνεργασία με τα κέρδη στο επίπεδο της «εσωτερικής αυτονομίας», στην πράξη την «θεσμοθέτηση της ΕΕ ως ασπίδα ενάντια στις εσωτερικές πιέσεις για διεύρυνση των συμμετοχικών διαδικασιών». Αυτό σίγουρα είναι η πιο συντριπτική από όλες τις κριτικές για το "δημοκρατικό έλλειμα". 

Όπως υποστήριξα στην αρχή, η πρότασή μου είναι ότι η "κοινωνία πολιτών" στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αντιταχθεί στη θεσμοθέτηση μιας άμεσα εκλεγμένης ευρωπαϊκής προεδρίας, ιδιαίτερα μιας εκτελεστικής προεδρίας, και ότι πρέπει να δωθεί από κοινού η αρμοδιότητα στους υπάρχοντες ευρωπαίους αρχηγούς κρατών, μαζί με τους αντιπροσώπους είτε των κοινοβουλίων είτε των κοινωνικών φόρουμ, οποιοιδήποτε απολαμβάνουν τη σχετική εξουσιοδότηση, να αποφασίσουν ποιος μεταξύ τους θα είναι ο εθιμοτυπικός αρχηγός κράτους και ο συνταγματικός επιδιαιτητής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι πρέπει να ενθαρρύνουμε την κοινωνία των πολιτών στις Ηνωμένες Πολιτείες να υιοθετήσει μια παρόμοια θέση απέναντι στην αυτοκρατορική προεδρία της χώρας τους, σε πρώτο στάδιο μέσω των εκδηλώσεων αλληλεγγύης προς τη νέα, πολιτικά καινοτόμα, αμερικανική πολιτική αντιπολίτευση της μετα- 11/9 εποχής, η οποία φιλοδοξεί να αμφισβητήσει αυτή την αυτοκρατορική προεδρία. 

Οι διατυπώσεις
ATTAC για τις Ηνωμένες Πολιτείες και την κατάστασή που βρίσκονται δεν αντιστοιχούν στις ιστορικές διαστάσεις της αντιπαράθεσης που αναπτύσσεται σ’εκείνη τη χώρα και διεθνώς. Το να πούμε "δεν είμαστε αντι-αμερικανοί αλλά αντιτασσόμαστε στις αμερικανικές πολιτικές", και ότι "δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με τη διαχείριση του κόσμου σύμφωνα με τις (αμερικανικές) αρχές σας και εάν αυτό συνεχιστεί εμείς θα γίνουμε πολύ αντιαμερικανοί" είναι ισοδύναμο προς την αναγνώριση ότι η αποστασιοποίηση από τον αντιαμερικανισμό δεν στηρίζεται γνωστικά αλλά αποτελεί μόνο ένα θέμα καλών τρόπων ή υπομονής. Το να απειλεί κάποιος ότι μπορεί στο μέλλον να γίνει αντιαμερικανός ανατρέπει οποιαδήποτε  αποκήρυξη αντιαμερικανισμού. Και η διατύπωση ότι "είναι εμφανές σε πολλούς ανθρώπους ότι οι αξίες μας (ευρωπαϊκές και αμερικανικές αξίες) είναι διαφορετικές" είναι ακόμα χειρότερη. Αυτό που διακυβεύεται αυτήν την περίοδο, για τους Αμερικανούς, και για τους μη-αντιαμερικανούς Ευρωπαίους, είναι η συνταγματική νομιμότητα σε αντιδιαστολή με την εγκληματικότητα, όχι διαφορές σε θέματα πολιτικής ή σχετικά με τις αξίες. 


Πόσοι άνθρωποι στην Ευρώπη γνωρίζουν είτε το ύφος είτε το περιεχόμενο αυτού που η νέα μετα- 11/9 αμερικανική αντιπολίτευση λέει πραγματικά, και κάνει; Πιθανώς πολύ λίγοι, και βεβαίως όχι οι συντάκτες της πρότασης της
ATTAC. Οι παλαιότεροι και περισσότερο γνωστοί επικριτές, όπως ο Chomsky, δεν μετρούν, επειδή ο Chomsky δεν κατηγορεί την αμερικανική κυβέρνηση για τη συνέργια της στις τρομοκρατικές επιθέσεις του Σεπτεμβρίου του 2001. Από εκείνους που διατυπώνουν τέτοιου είδους κατηγορίες, μόνο στον συγγραφέα Gore Vidal (που δεν είναι οργανωμένος πολιτικά), έχει δοθεί δημοσιότητα στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, συγκεκριμένα στο αγγλικό Observer. Η νέα αμερικανική αντιπολίτευση είναι ουσιαστικά άγνωστη στην Ευρώπη, ακόμη και μεταξύ των ακτιβιστών.

 

Εδώ παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από τον David McGowan, μια από τις πολλές ελάχιστα γνωστές φωνές αυτής της αντιπολίτευσης: 

«Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; Ως επί το πλείστον, απλώς μπίζνες όπως συνήθως καθώς τα μέσα επιτελούν το λειτούργημά τους συγκαλύπτοντας τις ανεπάρκειες και τα εγκλήματα των "εκλεγμένων" ηγετών μας. Όμως είναι πλέον διεστραμμένα σουρεαλιστικό το να προσπαθεί τόσο σθεναρά ο τύπος να συνεχίσει να επιτελεί αυτή τη λειτουργία, ακόμη και όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κυβέρνηση αλαζονική και εγκληματική, σχεδόν πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση. 

Πώς να αφομοιώσουμε τα γεγονότα του περασμένου χρόνου; -- η καταφανής κλοπή μιας προεδρικής εκλογής, οι μαζικές εκχωρήσεις στις μεγαλύτερες και πιο διεφθαρμένες εταιρίες στη χώρα, οι κατά μεγάλο μέρος ανεξήγητες και μη ερευνημένες επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η προκήρυξη του χωρίς τέλος πολέμου ενάντια σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, οι γρήγορα κλιμακούμενες επιθέσεις στις ατομικές ελευθερίες και τα δικαιώματα. 

Εκατομμύρια άνθρωποι παλεύουν να κατανοήσουν τον κόσμο τους καθώς η πλήρης έκταση της διαφθοράς των αμερικανικών πολιτικών, οικονομικών και νομικών συστημάτων γίνεται όλο και περισσότερο φανερή. Η απόκρυψη είναι ένα ισχυρό όπλο, αλλά έχει τα όριά του. 

Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την απέραντη θάλασσα των διαύλων των μέσων επικοινωνίας, που όλα κραυγάζουν τα ίδια ψέματα, και όλα αποτυγχάνουν στο να ρωτήσουν τις προφανέστερες των ερωτήσεων; Πώς να αποτιμήσουμε τον ακμάζοντα υποτιθέμενο «εναλλακτικό» Τύπο, που υιοθετεί χωρίς αντίρρηση την επίσημη εκδοχή των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου  – προσποιούμενος ότι δεν παρατηρεί τα κενά στην ιστορία; Και πώς πρέπει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι οι ηγετικές φωνές της υποτιθέμενης "Αριστεράς" εξετάζουν τα γεγονότα της 11/9 μόνο σε αναφορά με τη δήθεν "ανταπόδωση", προσεκτικά αποφεύγοντας να εξετάσουν την υπόθεση ότι "το έκανε ο
Osama"; 

Και πόσο καιρό μπορούμε να προσκολληθούμε στην ανώφελη ελπίδα ότι το Δημοκρατικό Κόμμα πρόκειται με κάποιο τρόπο να μας διασώσει και να μας βγάλει από αυτό το χάος; Το κόμμα του οποίου οι δύο τυπικοί φορείς, ο ρομποτικός
Al Gore και o “Εβραίοι υπέρ του φασισμού” Joe Lieberman, έχουν ανοιχτά συγκατατεθεί στον “πόλεμο κατά της τρομοκρατίας”, απαιτώντας την επέκτασή του στο Ιράκ, επικυρώνοντας την παράλογη έννοια του “άξονα του κακού” και  επικροτώντας τη νέα δηλωμένη προληπτική πυρηνική στρατηγική της Αμερικής; Το κόμμα  του οποίου οι αντιπρόσωποι, και στα δύο νομοθετικά σώματα, έχουν αγκαλιάσει σχεδόν κάθε αντιδραστικό διορισμό του καθεστώτος Μπους, έχουν συνυπογράψει κάθε φασιστικό μέτρο "ασφάλειας" που έχει έρθει στα χέρια τους, έχουν επικυρώσει πανηγυρικά τις ουσιαστικά απεριόριστες στρατιωτικές δαπάνες, και έχουν αποτύχει παταγωδώς στο να εκφράσουν ακόμη και την πιο μικρή διαμαρτυρία για την κατάφωρη κλοπή των προεδρικών εκλογών ή για να προωθηθεί οποιοδήποτε είδος έρευνας σχετικά με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. 

Αλλά ξέρω πόσο ανακουφιστικό είναι να πιστεύει κανείς στο αμερικανικό σκάφος του κράτους. Να πιστεύει στο δικομματικό σύστημα. Να πιστεύει στο Δημοκρατικό Κόμμα ως κόμμα του λαού. Να πιστεύει ότι τα πράγματα θα είναι πάλι εντάξει μόλις φτάσει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση και μπορούμε να φέρουμε πίσω στην εξουσία το κόμμα “μας”. Να πιστεύει ότι ο ελεύθερος Τύπος δεν μας λέει ψέματα. Να πιστεύει ότι “και αυτό θα περάσει” και ότι θα επιστρέψουμε σύντομα στην “ομαλότητα”... 


΄Οποιος έχει δημοσιεύσει σε αυτήν την χώρα κάτι που είναι έξω από το πλαίσιο του αποδεκτού, μπορεί να σας πει ότι η πρώτη απάντηση της εξουσιαστικής δομής δεν είναι να επιτεθεί στον αγγελιοφόρο  – πρόκειται να αγνοήσει τον αγγελιοφόρο. Εάν η δημοσίευση δεν τύχει καμίας αναφοράς από τα ΜΜΕ, εάν δεν συγκεντρώνει καμία κριτική και  – όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα  – ο εκδότης στερείται πόρων και ευκαιριών για να προωθήσει την εργασία στην αγορά, τότε ουσιαστικά το δημοσίευμα είναι ανύπαρκτο. 

Μόνο εάν κατορθώσουν οι πληροφορίες να βρούν ένα ακροατήριο, παρά τα εμπόδια που δημιουργούνται, παρότι τις αγνοούν με την ελπίδα ότι θα τις εξαφανίσουν, τότε  τίθεται σε εφαρμογή η  δεύτερη γραμμή άμυνας: καταστρέψτε, με οποιαδήποτε μέσα κι αν είναι απαραίτητα, την αξιοπιστία της πηγής. 

Μπορούμε έτσι να καταλήξουμε στο συμπέρασμα από τα παραπάνω ότι οι "θεωρίες της συνωμοσίας" αρχίζουν να φθάνουν σε ένα πολύ ευρύτερο, και πιο δεκτικό ακροατήριο, από αυτό που τα παιδιά στην Ουάσιγκτον μπορούν να ανεχθούν. Και αυτός που δεν μπορεί να αγνοηθεί πρέπει να καταστραφεί. Αν συνδέσουμε τα πιο πάνω με τους αυξανόμενους αριθμούς απογοητευμένων ψηφοφόρων και την εμφανή πείνα των αμερικανών για βιβλία που να  επικρίνουν την τρέχουσα κατάσταση πραγμάτων, τότε αρχίζει να φαίνεται ένα μη αμελητέο ρεύμα διαφωνίας που βράζει ακριβώς κάτω από την ήρεμη επιφάνεια της Αμερικής. 

Αυτός ο θυμός και η απογοήτευση που σιγοβράζουν μπορούν να μετρηθούν και με έναν άλλο τρόπο -- με τη μελέτη των ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς εκείνους τους διαδικτυακούς τόπους που προσφέρουν εναλλακτικά σενάρια για την 11η Σεπτεμβρίου. Η σύγχυση, ο θυμός και ο φόβος είναι προφανείς σε τέτοια μηνύματα. Συχνά αρχίζουν περίπου έτσι: "Δεν πιστεύω πως είμαι θεωρητικός της συνωμοσίας, αλλά..." 

Η απογοήτευση που είναι εμφανής σε τέτοια μηνύματα εντυπωσιάζει, καθώς οι συνδιαλεγόμενοι αγωνίζονται να βρουν απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν σκέφτηκαν ποτέ ότι θα ρωτούσαν». 

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο έντονη αντίθεση σήμερα από αυτή μεταξύ από τη μια της συμμετοχής, στην οποία καλούνται από τις ευρωπαϊκές ελίτ με τόση επιμονή, καίτοι μάλλον ανεπιτυχώς, οι ευρωπαίοι πολίτες, και από την άλλη του τεράστιου χάσματος που έχει ανοίξει ανάμεσα στους κυβερνήτες και τους πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Το τελευταίο πράγμα που οποιοδήποτε μέλος της πολιτικής τάξης των ΗΠΑ φαίνεται να επιθυμεί είναι να γίνει αποδέκτης αιτιάσεων από τους πολίτες. Εδώ στην Ευρώπη τα κανάλια είναι ανοικτά αλλά οι άνθρωποι ειλικρινά δεν έχουν και πολλά να πουν. Υπάρχουν εθνικά παράπονα, υπάρχει η δυσαρέσκεια με το νεοφιλελευθερισμό, υπάρχει αντίθεση στους πολέμους που οι Αμερικανοί έχουν στην ημερήσια διάταξη .. Αλλά κανένα από αυτά δεν είναι αρκετά επείγον ώστε να ωθήσει τους ευρωπαίους ακτιβιστές να μεταφράσουν τις ανησυχίες τους στη γλώσσα και το διανοητικό πλαίσιο των δυνάμει διαμορφωτών του ευρωπαϊκού συντάγματος, ανακαλύπτοντας ένα κοινό ιδίωμα. 

Μερικοί από τους συμμετέχοντες στις τρέχουσες συζητήσεις της ευρωπαϊκής Συνέλευσης βεβαίως έχουν σχέδια. Ο Ευρωβουλευτής
Alain Lamassoure, παραδείγματος χάριν, υποστηρίζει ότι η ΕΕ "είναι καταδικασμένη", από το ίδιο το γεγονός της αριθμητικής επέκτασής της, να παραμείνει στη μεθοδολογία της λήψης αποφάσεων δια πλειοψηφίας (όχι συναίνεση) και τη δημιουργία μιας εκτελεστικής δύναμης. Όπως η ATTAC, ο Lamassoure απαιτεί έναν Πρόεδρο, τον "κ. Ευρώπη", για να αντιμετωπίσει "τον κ. Αμερική" αποτελεσματικότερα από ό,τι μπορεί να το κάνει ο J. Chirac ή τα Ηνωμένα Έθνη.

"Ο καιρός έχει έρθει" διαβεβαιώνει "για το σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης". "Η Ευρώπη θα είναι δημοκρατική ή δεν θα υπάρξει". Αυτό ηχεί πολύ όμορφα, αλλά ποιο είδος δημοκρατίας εννοεί ο
Lamassoure όταν παραδέχεται ότι: "Εάν η Συνέλευση καθιερώσει ένα αποτελεσματικό, δημοκρατικό σύστημα, το σύνταγμα δεν θα γίνει αποδεκτό από όλους. Ούτε μέσα στη Συνέλευση, ούτε μεταξύ των μελών. Μπορεί να προβλεφθεί ότι οι κυβερνήσεις που θα το επικυρώσουν θα καταψηφιστούν στη συνέχεια από τους λαούς τους". Θα καταψηφιστούν από τους λαούς τους; Με ποιο τρόπο διαφέρει τότε αυτή η προτεινόμενη ευρωπαϊκή δημοκρατία από τη "λαϊκή δημοκρατία" των κρατών του πρώην σύμφωνου της Βαρσοβίας, των οποίων η κατάρρευση δεν γιορτάστηκε πουθενά περισσότερο απ' ό,τι στη Γαλλία, αλλά που τώρα προφανώς ανασταίνεται  – όχι ως τραγωδία αλλά ως φάρσα  – ακριβώς από τους Γάλλους! Και δεν είναι λύση να προτείνει κανείς, όπως ο Lamassoure, ένα σύνταγμα που να συμπεριλαμβάνει δύο κείμενα, το πραγματικό σύνταγμα (γαστρονομικό μενού) για τους ειδήμονες και το "ελαφρύ" σύνταγμα (μενού διαίτης) για τους Βρετανούς και άλλους ... 

Η κοινωνία των πολιτών, και για να είμαι συγκεκριμένος τα κοινωνικά φόρουμ, πρέπει να αρχίσουν να αντιτάσσονται στα ναπολεόντεια σχέδια όπως αυτό, όχι στο όνομα της αντίθεσης "στο νεοφιλελευθερισμό", πράγμα που οδηγεί σε σύγχυση ανάμεσα στα ζητήματα της βασικής (συνταγματικής) και της δευτερογενούς (πολιτικής) νομοθεσίας, και όχι μόνο για να απορρίψουμε μια κακή ιδέα  – αυτή ενός ευρωπαίου Προέδρου που εκλέγεται από το Κοινοβούλιο  – στο όνομα μιας χειρότερης, ενός άμεσα εκλεγόμενου ευρωπαίου Προέδρου. Η Ευρώπη των πολιτών, που όλοι μάς προτρέπουν, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης, να απαιτήσουμε, πρέπει να απαιτηθεί υπό συγκεκριμένη μορφή, υπό τη μορφή μιας αξίωσης σε εξουσίες: πενήντα τοις εκατό αντιπροσώπευση στο Ύπατο Συμβούλιο, ποσοστό ίσο με εκείνο των ευρωπαίων αρχηγών κρατών, και το αναγνωρισμένο δικαίωμα να ανταγωνιζόμαστε για τη λαϊκή εντολή απέναντι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και απέναντι στα εθνικά Κοινοβούλια των κρατών-μελών και των περιφερειακών και τοπικών συμβουλίων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει πράγματι να επιδιώξει να βάλει ένα τέλος στην αυτοκρατορική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά όχι στο όνομα ενός δικού μας ιμπεριαλισμού ή εθνικισμού. Πρέπει απλά να επεκτείνουμε τα δίκτυα των πολιτών μας στις Ηνωμένες Πολιτείες, βοηθώντας στη διαμόρφωση της αμερικανικής κοινωνίας των πολιτών ακριβώς όπως η ανθίζουσα και ανατρεπτική μετα-11/9 αντιπολίτευση των πολιτών στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί (και, εάν της ζητηθεί θα το κάνει) να μας βοηθήσει τώρα να διευκρινίσουμε και να επικεντρώσουμε τους στόχους μας και τις απαιτήσεις μας. 

Αθήνα, 1η  Noεμβρίου 2002